ἀμηχάνητος
ἀμηχάν-ητος, ον,
- = ἀμήχανος II, X. ap. Suid., f. l. in J. AJ 1.19.8.
inmanejable, enorme
ἀμηχάνητοι· ἀντὶ τοῦ πολλοί
ἀμηχάνητος, ος, ον [χᾰ] dont on ne peut venir à bout, Jos. A.J. 1, 19, 7 dout.
Étym. ἀμηχανέω.
ἀμηχάνητος, durch keine List zu fangen, Jos., zw.