ἀμιθρός Save DGE Bailly 2024 Pape ἀμιθρός -οῦ, ὁ • Alolema: ἄμιθρος Simon.121 • Prosodia: [ᾰ-] número †κύματ'† ἄμιθρον Simon.l.c., cf. Hdn.Gr.2.387. •Cf. ἀριθμός. ἀμιθρός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. ἀριθμός, Sim. fr. 228 Bgk. ἀμιθρός, ὁ, p., = ἀριθμός, Simond. p. 125.