ἀμοιβάδιος
ἀμοιβ-άδιος, α, ον,
- = ἀμοιβαῖος, Opp. C. 4.349, Q.S. 5.65, AP 12.238 (Strat.).
que se turna, por turnos
ἀλλήλοις παρέχουσιν ἀμοιβαδίην ἀπόλαυσιν
ἀμοιβαδίοισι κυπέλλοις
χερσὶν ἀμοιβαδίῃς
ἀμοιβαδίων ἱερέων
ἀμοιβάδιος, α, ον [ᾰᾰ] v. ἀμοιβαῖος, Anth. 12, 238 ; Opp. C. 4, 349 ; Q. Sm. 5, 65.
Étym. ἀμοιβάς.
ἀμοιβάδιος, α, ον, abwechselnd, ἀπόλαυσις Strat. 77 (XII.238); κύπελλα Opp. C. 4.349 ; χερσί Qu.Sm. 5.65.