ἀμοιβαδόν
1 por turno, alternativamente
ἄξονας (de las puertas) ἐν σύριγξιν ἀ. εἰλίξασαι
καὶ ἠρεισμένα τρίβεται μὲν ἀ.
οἵγ' ἀλλήλοισιν ἀ. ἠγορόωντο
2 inmediata, sucesivamente Hsch., Sud.
ἀμοιβαδόν [ᾰᾰ] c. le préc. T. Locr. 98e ; A. Rh. 2, 1226.
ἀμοιβαδόν, abwechselnd, wechselseitig, ἀλλήλοισιν ἀγορόωντο Ap.Rh. 2.1228 ; Qu.Sm. 10.191 ; in Prosa, Tim.Locr. 98e.