ἀμοιβάζω
ἀμοιβάζω, exchange
ἀμοιβ-άζω,
- exchange, τὰς ἐμπορίας Men.Prot. p.22 D.
1 intercambiar
τὰς ἐμπορίας
2 v. med. recompensar
αὐτὸ ταῖς πρεπούσαις τειμαῖς
ἀμοιβάζω, exchange
1 intercambiar
τὰς ἐμπορίας
2 v. med. recompensar
αὐτὸ ταῖς πρεπούσαις τειμαῖς