ἀνάβραστος
ἀνάβραστος, boiled
ἀνάβρ-αστος, ον,
- boiled, κρέα Ar. Ra. 553, Aristomen. 8; κίχλαι Pherecr. 130.10, cf. 108.23; ὕδωρ Dsc. 3.83.
cocido, hervido
κρέα
κίχλαι
ὕδωρ
ἀνάβραστος, ος, ον, bouilli, Ar. Ran. 553.
Étym. ἀναβράσσω.
ἀνάβραστος
ἀναβράσσω
- boiled, Ar.