ἀναβρωτικός
ἀναβρωτικός, corrosive
ἀναβρ-ωτικός, ή, όν,
- corrosive, Alex.Aphr. Pr. 1.92.
corrosivo Alex.Aphr.Pr.1.92.
ἀναβρωτικός, ή, όν, corrosif, A. Aphr. Probl. 1, p. 278.
Étym. ἀναβιβρώσκω.
ἀναβρωτικός, annagend, anfressend, Sp.