ἀναγαργάριστον
ἀναγαργάριστον, gargle
ἀναγαργάρ-ιστον, τό,
- gargle, Hp. Morb. 2.26.
gargarismo
ἀ. ... ποιέειν
ἀναγαργάριστον, ου (τὸ) s. e. φάρμακον, liqueur pour se gargariser, Hpc. 469, 53.
ἀναγαργάριστον, τό, sc. φάρμακον, Gurgelwasser, Hippocr.