ἀναξηραντικός
ἀναξηραντικός, fit for drying
ἀναξηρ-αντικός, ή, όν,
- fit for drying, Dsc. 1.7, Crito ap. Gal. 12.488, Plu. QConv. 2.624d.
desecativo, secante
(νάρδος) τῆς γλώττης ἀναξηραντική
μηλίνη Λευκίου ἀ. παντὸς ῥεύματος
τῆς πικρότητος ... δύναμις ἀ.
ἀναξηραντικός, ή, όν, propre à dessécher, Plut. M. 624d ; Diosc. 1, 6.
ἀναξηραντικός, austrocknend, δύναμις Plut. Symp. 1.6.4.