ἀναξηρασμός
ἀναξηρασμός, drying up
ἀναξηρ-ασμός, ὁ,
- drying up, Sor. 2.10, Leonid. ap. Aët. 16.44, Herod.Med. in Rh.Mus. 58.90.
desecación
ἀ. τῶν γυναικείων τόπων
γίνεται δὲ σπασμὸς κατὰ ἀναξηρασμόν
ἀναξηρασμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Sor.