ἀναξηρασία
ἀναξηρ-ᾰσία, ἡ,
- = ἀναξήρανσις, Thphr. Fr. 171.12.
desecación
(ἰχθύες) διὰ τὴν ἀ. καταδύονται
ἀναξηρασία, ας (ἡ) c. ἀναξήρανσις, Th. fr. 12, 12.
ἀναξηρασία, ἡ, = ἀναξήρανσις, Theophr.