Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνατολάς
ἀνατολάς, eastwards
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνατενιστός
ἀνατεταμένον
ἀνατεταμένως
ἀνατήκω
ἀνάτηξις
ἀνατί
ἀνατίθημι
ἀνατιθηνητέον
ἀνατίκτω
ἀνατιλάω
ἀνατιμάω
ἀνατιναγμός
ἀνατινάσσω
ἀνάτιος
ἀνατιταίνω
ἀνατιτήσαντες
ἀνατιτραίνω
ἀνατιτράω
ἀνατλάω
ἀνάτλημα
ἀνατλῆναι
ἄνατλος
ἀνατμήγω
ἀνατμητέος
ἀνατμητικός
ἀνατμίζομαι
ἀνατοιχάσαι
ἀνατοιχέω
ἀνατοκίζω
ἀνατοκισμός
ἀνατολάς
ἀνατολή
Ἀνατολή
Ἀνατολίη
ἀνατολικός
ἀνατόλιος
Ἀνατόλιος
ἀνατολμάω
ἀνατομεύς
ἀνατομή
ἀνατομία
ἀνατομικός
ἀνατομικῶς
ἀνάτονος
ἀνατοπόομαι
ἀνατορμός
ἄνατος
ἀνατράπελος
ἀνατρεκιδδέτο
ἀνατρεπτέον
ἀνατρεπτέος
ἀνατρεπτικός
ἀνατρέπω
ἀνατρέφω
ἀνατρέχω
ἀνάτρεψις
ἀνάτρησις
ἀνάτρητος
ἀνατριαινόω
ἀνατριακοσιολόγιστος
ἀνατριβή
…
ἀνατολάς
Save
ἀνατολάς, eastwards
LSJ
ἀνατολάς, Adv.
eastwards,
LXX
Nu.
10.5 (dub.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}