ἀνατιταίνω
ἀνατιταίνω, brandish
ἀνατιταίνω,
- brandish, τόξα Musae. 17 (tm.), cf. Opp. H. 2.90.
1 estirar
ὀλίγην δ' ἀνὰ σάρκα τιταίνει
2
ἀνατιτήσαντες· πληρώσαντες
ἀνατιταίνω, = ἀνατείνω, Sp.