ἀναφορύσσω
ἀναφορύσσω, Ion. for ἀναφυράω, Hp. Mul. 1.53, 2.205, al.
mezclar
ἀλεῖν δὲ ταῦτα καὶ ἀναφορύξαι ὄξει καὶ ἐλαίῳ
ἀναφορύσσω (ao. inf. -ύξαι) ion. c. ἀναφύρω, Hpc. 606, 3 ; 610, 17, etc.
ἀναφορύσσω, = ἀναφυράω, Hippocr.