ἀναφράγνυμι Save DGE Bailly 2024 Pape ἀναφράγνυμι v. ἀναφράσσω. ἀνα·φράγνυμι (impf. pass. 3 pl. ἀνεφράγνυντο) c. ἀναφράσσω, Thém. 91d. ἀναφράγνυμι, = ἀναφράσσω, Themist.