Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναφυρμός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναφορέω
ἀναφορητικός
ἀναφορικός
ἀναφορικῶς
ἀναφόριον
ἀναφόριφος
ἀναφορμίζομαι
ἀνάφορον
ἀναφορύσσω
ἄναφος
ἀναφράγνυμι
ἀναφράζομαι
ἀναφράζω
ἀναφράσσω
ἀναφρίζω
ἀναφρίσσω
ἀναφροδισία
ἀναφρόδιτος
ἀναφρονέω
ἀναφροντίζω
ἄναφρος
ἀναφρύγω
ἀναφυγή
ἀναφύζω
ἀναφυή
ἀναφυής
ἀναφύησις
ἀναφυλάσσω
ἀνάφυξις
ἀναφυράω
ἀναφυρμός
ἀνάφυρσις
ἀναφύρω
ἀναφυσάω
ἀναφύσημα
ἀναφύσησις
ἀναφυσητικός
ἀναφυσητός
ἀναφυσιάζω
ἀναφυσιάω
ἀνάφυσις
ἀναφύσσω
ἀναφυτεύω
ἀναφυτέω
ἀναφύω
ἀναφωνέω
ἀναφωνή
ἀναφώνημα
ἀναφώνησις
ἀναφωνητής
ἀναφωνητικός
ἀναφωνητικῶς
ἀναφῶς
ἀναφωτίς
ἀναχάζομαι
ἀναχάζω
ἀναχαίας
ἀναχαίνω
ἀναχαιτίζω
ἀναχαίτισις
ἀναχαίτισμα
…
ἀναφυρμός
Save
DGE
ἀναφυρμός
-οῦ, ὁ
confusión
,
alboroto
πικρὰν ἀνάχυσιν καὶ ἀ.
Cyr.Al.M.68.925C.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}