ἀναψαθάλλω
ἀναψαθάλλω, touch up, work up
ἀναψᾰθάλλω,
- touch up, work up, Phryn. PS p.12 B., cf. Hsch.
tocar, manosear
τὸ πέος
ἀναψαθάλλω, obenauf betasten, B.A. 9 τὸ πέος ἀνατρίβειν καὶ ἀνακινεῖν.