ἀνδριαντοεργάτης Save LSJ DGE ἀνδριαντο-εργάτης, ου, ὁ, = ἀνδριαντοποιός, Tz. H. 10.268. ἀνδριαντοεργάτης -ου, ὁ escultor Tz.H.10.261.