ἀνδριαντοποιητικός
de la escultura
ἀ. τέχνη
• subst. ἀ. (τέχνη) el arte de la escultura
ἡ ὕλη δὲ πρὸς ἀνδριαντοποιητικὴν καὶ πρὸς κηροπλαστικήν
de la escultura
ἀ. τέχνη
• subst. ἀ. (τέχνη) el arte de la escultura
ἡ ὕλη δὲ πρὸς ἀνδριαντοποιητικὴν καὶ πρὸς κηροπλαστικήν