ἀνδριαντοποιητική Save Bailly 2024 Pape ἀνδριαντοποιητική, ῆς (ἡ) s. e. τέχνη, c. le suiv. Arstt. P.A. 1, 1. Étym. ἀνδριαντοποιέω. ἀνδριαντοποιητική, Bildhauerkunst, Arist. part. an. 1.1 (p. 640.30).