ἀνδριαντοποιός
ἀνδριαντοποιός, a statue-maker, statuary, sculptor
ἀνδριαντο-ποιός, ὁ,
- sculptor, Pi. N. 5.1, Pl. R. 540c, etc.; statuary in bronze (cf. ἀνδριάς), opp. λιθουργός, Arist. EN 1041a11.
escultor
οὐκ ἀνδριαντοποιὸς εἰμί
οἱ ἀρχαῖοι γραφεῖς καὶ ἀνδριαντοποιοί
ἀνδριαντοποιοὶ μίμησιν σώματος ποιέουσιν
οἰκοδόμων καὶ ἀνδριαντοποιῶν
τὸν ἀνδριαντοποιὸν Φειδίαν ... χαλκὸν λαβόντα ... ἀνδριάντας ἀπεργάσασθαι
• esp. escultor en bronce
op. λιθουργός
ἀνδριαντο·ποιός, οῦ (ὁ) statuaire, sculpteur, Pd. N. 5, 1 ; Xén. Mem. 2, 6, 6, etc. ; Plat. Rsp. 540c, etc.
Étym. ἀνδριάς, ποιέω.
ἀνδριαντοποιός, ὁ, Bildsäulen machend, Bildhauer, Pind. N. 5.1 ; Plat. Alc. II, 140c u. A.
ἀνδρῐαντοποιός
- 1sculptor οὐκ ἀνδριαντοποιός εἰμʼ, ὥστʼ ἐλινύσοντα ἐργάζεσθαι ἀγάλματʼ N. 5.1
ἀνδριαντοποιός
ἀνδριάς, ποιέω
- a statue-maker, statuary, sculptor, Pind., Plat.