ἀνηρίθευτος Save LSJ DGE ἀνηρίθευτος, ον, = ἀνερίθευτος (q.v.), GDI 5653B (Chios, v B. C.). ἀνηρίθευτος -ον • Prosodia: [-ῑ-] imparcial, GDI 5653b.25 (Quíos V a.C.).