ἀνθρωποπλάστης
ἀνθρωποπλάστης, fashioner of men
ἀνθρωπο-πλάστης, ου, ὁ,
- fashioner of men, Ph. 1.652.
creador de hombres
ἀνθρωπο·πλάστης, ου (ὁ) créateur (litt. modeleur) de l’homme, Phil. 1, 652.
Étym. ἄ. πλάσσω.