Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρωπόλοιγος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθρωπογονέω
ἀνθρωπογονία
ἀνθρωπογράφος
ἀνθρωποδαίμων
ἀνθρωπόδηκτος
ἀνθρωποδίδακτος
ἀνθρωποειδής
ἀνθρωποειδῶς
ἀνθρωποείκελος
ἀνθρωπόθεν
ἀνθρώποθεν
ἀνθρωπόθεος
ἀνθρωποθηρία
ἀνθρωπόθηρος
ἀνθρωπόθυμος
ἀνθρωποθυσία
ἀνθρωποθυτέω
ἀνθρωποκομικός
ἀνθρωποκόμος
ἀνθρωποκτονέω
ἀνθρωποκτονία
ἀνθρωποκτόνος
ἀνθρωπόκτονος
ἀνθρωπολατρεία
ἀνθρωπολατρέω
ἀνθρωπολάτρης
ἀνθρωπόλεθρος
ἀνθρωπόλιχνος
ἀνθρωπολογέω
ἀνθρωπολόγος
ἀνθρωπόλοιγος
ἀνθρωπολοιγός
ἀνθρωπομάγειρος
ἀνθρωπομαντεία
ἀνθρωπόμιμος
ἀνθρωπομορφιανοί
ἀνθρωπομορφίται
ἀνθρωπόμορφος
ἀνθρωπομορφόω
ἀνθρωπονομικός
ἀνθρωπόνοος
ἀνθρωπόνους
ἀνθρωπόομαι
ἀνθρωποπάθεια
ἀνθρωποπαθέω
ἀνθρωποπαθής
ἀνθρωποπαθῶς
ἀνθρωποπλαστέω
ἀνθρωποπλάστης
ἀνθρωποποιέω
ἀνθρωποποίητος
ἀνθρωποποιΐα
ἀνθρωποποιός
ἀνθρωπόπολις
Ἀνθρωπόπολις
ἀνθρωποπολίτης
ἀνθρωποπρεπής
ἀνθρωπορραίστης
ἄνθρωπος
Ἄνθρωπος
ἀνθρωπόσαρκος
…
ἀνθρωπόλοιγος
Save
Bailly 2024
ἀνθρωπό·λοιγος,
ος, ον,
fléau des hommes,
Naz.
(
ἄ. λοιγός 1
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}