Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρωπολοιγός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθρωπογονία
ἀνθρωπογράφος
ἀνθρωποδαίμων
ἀνθρωπόδηκτος
ἀνθρωποδίδακτος
ἀνθρωποειδής
ἀνθρωποειδῶς
ἀνθρωποείκελος
ἀνθρωπόθεν
ἀνθρώποθεν
ἀνθρωπόθεος
ἀνθρωποθηρία
ἀνθρωπόθηρος
ἀνθρωπόθυμος
ἀνθρωποθυσία
ἀνθρωποθυτέω
ἀνθρωποκομικός
ἀνθρωποκόμος
ἀνθρωποκτονέω
ἀνθρωποκτονία
ἀνθρωποκτόνος
ἀνθρωπόκτονος
ἀνθρωπολατρεία
ἀνθρωπολατρέω
ἀνθρωπολάτρης
ἀνθρωπόλεθρος
ἀνθρωπόλιχνος
ἀνθρωπολογέω
ἀνθρωπολόγος
ἀνθρωπόλοιγος
ἀνθρωπολοιγός
ἀνθρωπομάγειρος
ἀνθρωπομαντεία
ἀνθρωπόμιμος
ἀνθρωπομορφιανοί
ἀνθρωπομορφίται
ἀνθρωπόμορφος
ἀνθρωπομορφόω
ἀνθρωπονομικός
ἀνθρωπόνοος
ἀνθρωπόνους
ἀνθρωπόομαι
ἀνθρωποπάθεια
ἀνθρωποπαθέω
ἀνθρωποπαθής
ἀνθρωποπαθῶς
ἀνθρωποπλαστέω
ἀνθρωποπλάστης
ἀνθρωποποιέω
ἀνθρωποποίητος
ἀνθρωποποιΐα
ἀνθρωποποιός
ἀνθρωπόπολις
Ἀνθρωπόπολις
ἀνθρωποπολίτης
ἀνθρωποπρεπής
ἀνθρωπορραίστης
ἄνθρωπος
Ἄνθρωπος
ἀνθρωπόσαρκος
ἀνθρωποσφαγέω
…
ἀνθρωπολοιγός
Save
DGE
ἀνθρωπολοιγός
-όν
nocivo
,
funesto para los hombres
Gr.Naz.M.38.212A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}