Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθόλοψ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθοβάφεια
ἀνθοβαφεύς
ἀνθοβαφής
ἀνθοβαφία
ἀνθοβαφική
ἀνθοβάφος
ἀνθοβολέω
ἀνθοβόλησις
ἀνθόβολος
ἀνθοβόλος
ἀνθοβοσκός
ἀνθογραφέω
ἀνθοδίαιτος
ἄνθοδμον
ἀνθοδόκος
ἀνθοειδής
ἀνθοκάρηνος
ἀνθοκομέω
ἀνθοκόμος
ἀνθοκρατέω
ἀνθόκροκος
ἀνθολεῖν
ἀνθολκή
ἀνθολκός
ἀνθολογέω
ἀνθολογία
ἀνθολογικά
ἀνθολόγιον
ἀνθολόγος
ἀνθολόφον
ἀνθόλοψ
ἀνθομιλέω
ἀνθόμοιος
ἀνθομοιόω
ἀνθομοίωμα
ἀνθομολογέομαι
ἀνθομολόγησις
ἀνθομολογία
ἀνθονομέω
ἀνθονόμος
ἀνθοπλίζω
ἀνθόπλισις
ἀνθοπλίτης
ἀνθοπλοκία
ἀνθοπλόκος
ἀνθοποιός
ἀνθοπολιός
ἀνθοπωλεῖν
ἀνθοπωλέω
ἀνθοπώλης
ἀνθοράω
ἄνθορε
ἀνθορίζω
ἀνθορισμός
ἀνθοριστικός
ἀνθορμέω
ἄνθορος
ἄνθος
Ἄνθος
ἀνθοσμία
ἀνθοσμίας
…
ἀνθόλοψ
Save
DGE
ἀνθόλοψ
-οπος, ὁ
antílope
parecido al órice
, Eust.Ant.
Hex
.M.18.740C.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}