Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθοσμία
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθολόφον
ἀνθόλοψ
ἀνθομιλέω
ἀνθόμοιος
ἀνθομοιόω
ἀνθομοίωμα
ἀνθομολογέομαι
ἀνθομολόγησις
ἀνθομολογία
ἀνθονομέω
ἀνθονόμος
ἀνθοπλίζω
ἀνθόπλισις
ἀνθοπλίτης
ἀνθοπλοκία
ἀνθοπλόκος
ἀνθοποιός
ἀνθοπολιός
ἀνθοπωλεῖν
ἀνθοπωλέω
ἀνθοπώλης
ἀνθοράω
ἄνθορε
ἀνθορίζω
ἀνθορισμός
ἀνθοριστικός
ἀνθορμέω
ἄνθορος
ἄνθος
Ἄνθος
ἀνθοσμία
ἀνθοσμίας
ἀνθόσμιος
ἀνθοσύνη
ἀνθοτόκος
ἀνθοτρόφος
Ἄνθουσα
ἀνθοφορέω
ἀνθοφόρια
ἀνθοφόρος
ἀνθοφυής
ἀνθρακάριος
ἀνθρακεία
ἀνθρακεύς
ἀνθρακευτής
ἀνθρακευτός
ἀνθρακεύω
ἀνθρακηρός
ἀνθρακιά
Ἀνθρακία
ἀνθρακίας
ἀνθρακίδες
ἀνθρακίζω
ἀνθρακιή
ἀνθράκινος
ἀνθράκιον
ἀνθράκιος
ἀνθρακίς
ἀνθρακίτης
ἀνθρακῖτις
ἀνθρακοβάτης
…
ἀνθοσμία
Save
Bailly 2024
ἀνθοσμία,
ας
(
ἡ
) odeur de fleur,
Chrys.
Étym.
ἄνθος, ὀσμή
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}