Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνισόταχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνίσατον
ἀνισεπίπεδος
ἀνισήλικος
ἀνισίτης
ἀνισῖτις
ἀνισοβαρής
ἀνισογώνιος
ἀνισοδιάστατος
ἀνισόδρομος
ἀνισοδύναμος
ἀνισοειδής
ἀνισοκρατέω
ἀνισόκυκλον
ἀνισολαμπής
ἀνισομεγέθης
ἀνισόμετρος
ἀνισομήκης
ἄνισον
ἀνισοπαχέω
ἀνισοπαχής
ἀνισοπλατής
ἀνισόπλευρος
ἀνισοπληθής
ἀνισορροπία
ἀνισόρροπος
ἄνισος
ἀνισοσθενής
ἀνισοσκελής
ἀνισόστροφος
ἀνισοταχής
ἀνισόταχος
ἀνισότης
ἀνισοτιμία
ἀνισότιμος
ἀνισοτοιχέω
ἀνισότονος
ἀνισουψής
ἀνισοϋψής
ἀνισοφυές
ἀνισοφυής
ἀνισόχρονος
ἀνισόω
ἀνίσταμι
ἀνιστάω
ἀνίστημι
ἀνίστιος
ἀνιστορέω
ἀνιστορησία
ἀνιστόρητος
ἀνιστορήτως
ἀνιστορίζω
ἀνίστω
ἀνίστωρ
ἀνίσχαλος
ἀνισχάνω
ἀνίσχιος
ἀνίσχυρος
ἀνισχυρότης
ἄνισχυς
ἀνίσχω
ἀνίσωμα
…
ἀνισόταχος
Save
Bailly 2024
ἀνισό·ταχος,
ος, ον
[
ᾰῐᾰ
]
c. le préc.
Procl.
Plat. Parm.
568
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}