ἀνιστάω Save DGE Bailly 2024 ἀνιστάω erigir, levantar εἰκόνας Plu.2.210d • construir τεμένη θεῶν S.E.M.9.61. ἀν·ιστάω-ῶ, c. le suiv. Sext. M. 9, 61. Étym. ἀνίστημι.