ἀνοσιούργημα
ἀνοσιούργημα, impious act
ἀνοσιούργ-ημα, ατος, τό,
- impious act, Ph. 2.313, Porph. Chr. 58.
acto, acción impía Ph.2.313, Porph.Chr.58, Rom.Mel.17.
ἀνοσιούργημα, ατος (τὸ) action sacrilège, sacrilège, Phil. 2, 181, 220.
Étym. ἀνοσιουργέω.
ἀνοσιούργημα, τό, Freveltat, Philo.