ἀνοσιότης
ἀνοσιότης, profaneness
ἀνοσιότης, ητος, ἡ,
- unholiness, wickedness, v.l. in Pl. Euthphr. 5d; ἀ. καὶ δεινότης τῶν πεπραγμένων Isoc. 12.121.
impiedad sacrilega
ἀνόσιον
• c. gen.
τί γὰρ οὐκ ἂν εὕροιμεν τῶν ὑπερβαλλόντων ἀνοσιότητι καὶ δεινότητι πεπραγμένον ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν;
ἡ τῶν ἁμαρτημάτων ... ἀνοσιότης
ἡ τῶν Χαναναίων ἀνοσιότης
ἀνοσιότης, ητος (ἡ) impiété sacrilège, Plat. Euthyphr. 5d ; Isocr. 257d.
Étym. ἀνόσιος.
ἀνοσιότης, ητος, ἡ, Gottlosigkeit, Plat. Euthyphr. 5d u. sonst ; Plut.
ἀνοσιότης
from ἀνόσιος
- profaneness, Plat.