ἀντήχησις
ἀντήχησις, a re-echoing
ἀντήχ-ησις, εως, ἡ,
- a re-echoing, Plu. Gen.Socr. 2.589d.
eco, resonancia
αἱ πληγαὶ ... ἀσπίσι χαλκαῖς ἀλίσκονται διὰ τὴν ἀντήχησιν
ἀντήχησις, εως (ἡ) retentissement, Plut. M. 589d.
Étym. ἀντηχέω.
ἀντήχησις, ἡ, der Widerhall, Plut. gen. Socr. 20.