ἀντεξέρχομαι
ἀντεξέρχομαι, go out against
ἀντεξ-έρχομαι,
- = ἀντέξειμι, X. HG 7.2.12, Cyr. 6.3.13.
salir contra abs.
ἀντεξελθόντες οἵ τε ἱππεῖς ... ἐμάχοντο
ἀντ·εξέρχομαι, marcher contre, Xén. Hell. 7, 2, 12.
ἀντεξέρχομαι, (ἔρχομαι), = ἀντέξειμι, Xen. Hell. 7.2.12 u. sonst.
ἀντεξέρχομαι
εἶμι ibo, = ἀντέξειμι
- Xen.
- to go out against, Xen.