ἀντεξηγητής
ἀντεξηγητής, deputy
ἀντεξ-ηγητής, οῦ, ὁ,
- deputy-ἐξηγητής BGU 362 xv 10 (iii A. D.), PMeyer 6.9 (ii A. D.), PRyl. 397.1 (iii A. D.).
substituto del ἐξηγητής cierto funcionario
Ἀνδρονείκῳ ... γενομένῳ ἀντεξηγητῇ