ἀντεξαγωγή
1 exposición en contra
ἡ τῶν καινῶν θυσιαστηρίων ἀ.
2 contraste
τῶν πάλαι συμβεβηκότων τοῖς Ἰουδαίων καθηγηταῖς
ἀντεξαγωγή, ῆς (ἡ) [ᾰγ] marche contre, opposition, Nyss. 3, 1024 Migne.
Étym. ἀντεξάγω.
1 exposición en contra
ἡ τῶν καινῶν θυσιαστηρίων ἀ.
2 contraste
τῶν πάλαι συμβεβηκότων τοῖς Ἰουδαίων καθηγηταῖς