About Report a problem

Menu

ἀντιδιαπλέκω

ἀντιδιαπλέκω, to retort

ἀντιδια-πλέκω,
  • retort, ἀντιδιαπλέκει ὡς . . Aeschin. 3.28, cf. AB 406.

Saved

Recent