ἀντιδιαλέγομαι
ἀντιδιαλέγομαι, reply to, answer in discussion
ἀντιδιαλέγομαι,
- reply to, answer in discussion, in Pass., περὶ τῶν ἀντιδιαλεγομένων τοῖς διαλεκτικοῖς, title of work by Chrysipp., D.L. 7.202.
oponerse en una discusión
ἐγὼ δ' ἄν μοι δοκῶ καὶ μέτρον ἐπιθεῖναι φωνῆς τοῖς σώφροσιν ... τὸν ἀντιδιαλεγόμενον
ἀντι·διαλέγομαι, objecter à, dat. Chrysipp. (DL. 7, 202).
ἀντιδιαλέγομαι, dagegen einwenden, Chrysipp. bei DL. 7.202.