ἀντιδιασταλτικός
ἀντιδιασταλτικός, distinctive
ἀντιδια-σταλτικός, ή, όν,
- distinctive, A.D. Pron. 24.12, Synt. 97.17. Adv. -κῶς Id. Pron. 40.4.
1 distintivo en relación con la persona
ἐκφορπά
δεῖξις
2 adv. -ῶς de manera distintiva
καὶ γενικὸν μὲν τὸ πρός τι λαμβάνεσθαι, ἰδικὸν δὲ <τὸ> ἀ.
ἀντιδιασταλτικός, ή, όν, qui distingue ou oppose, Dysc. Pron. 48b.
Étym. ἀντιδιαστέλλω.
ἀντιδιασταλτικός, trennend, Apoll.Dysc. pron. 289b.