ἀντιδιΐστημι
ἀντιδιΐστημι,
- = ἀντιδιαστέλλω, Dam. Pr. 67, Hsch., Suid. s.v. ἀντιδιαστέλλεται.
distinguir
πρὸς δὲ τούτοις μετὰ τὸ ἓν ὂν τὴν οὐσίαν ἀντιδιίστησι τῷ ἑνί
ἀντιδιΐστημι, (ἵστημι), VLL als Erkl. von ἀντιδιαστέλλω.