ἀντιδιατάσσω
oponerse c. dat.
τῇ προνοίᾳ
σὺ δὲ τοῖς ἀπίστοις ὁμοίως ἀντιδιατάττεις τῇ θείᾳ διδασκαλίᾳ
• en v. med. mismo sent., c. dat. y πρός c. ac.
ἀντιδιατάξομαι αὐτῷ πρὸς τὰ ὅλα
• c. dat. y περί y gen.
οὐ μόνον τοῖς Στωικοῖς ἀλλὰ καὶ πᾶσι ... ἀντιδιετάσσετο περὶ τοῦ κριτηρίου
• c. περί y gen.
ἀ. περὶ τῶν πραγμάτων
ἀντι·διατάσσω, att. -τάττω, opposer, comparer, Sext. M. 7, 159 ; τί τινι, Syn. 249b, une chose à une autre.
ἀντιδιατάσσω, dagegen anordnen, aufstellen, Sp.