ἀντικατοίχομαι Save DGE Bailly 2024 ἀντικατοίχομαι morir a su vez ὅλον τὸ δένδρον ἀντικατοιχήσεται Rh.1.465. ἀντι·κατοίχομαι, périr (litt. être précipité) à son tour, Rhét. 1, 465 W.