ἀντικαταστρατοπεδεύω
ἀντικαταστρατοπεδεύω, to encamp opposite
ἀντικατα-στρᾰτοπεδεύω,
- to encamp opposite, D.H. 8.84.
acampar enfrente
ἐπὶ λόφου
ἀντι·καταστρατοπεδεύω [ρᾰ] camper en face, DH. 8, 84.
ἀντικαταστρατοπεδεύω, gegenüber lagern, Dion.Hal. 8.84.