ἀντικάτημαι Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀντικάτ-ημαι, ἀντικατίζομαι, ἀντικατίστημι, Ion. for ἀντικάθ-. ἀντικάτημαι v. ἀντικάθημαι. ἀντι·κάτημαι, v. ἀντικάθημαι. ἀντικάτημαι, ion. Form für ἀντικάθημαι.