ἀντικατάσχεσις
ἀντικατάσχεσις, holding in by force
ἀντικατά-σχεσις, εως, ἡ,
- holding in by force, τοῦ πνεύματος Arist. Pr. 961b22.
retención
τοῦ πνεύματος
ἀντικατάσχεσις, εως (ἡ) rétention, arrêt, Arstt. Probl. 3, 1, 3.
Étym. ἀντικατέχω.
ἀντικατάσχεσις, ἡ, das gewaltsame Zurückhalten, Arist. Probl. 3.1.