ἀντιμερίτης Save ἀντιμερίτης, rival claimant LSJ DGE ἀντιμερίτης, ου, ὁ, rival claimant, τινῶν Jul. Gal. 148c. ἀντιμερίτης -ου, ὁ parte rival τινῶν Iul.Gal.148c.