ἀντιμετατίθεμαι
ἀντιμετατίθεμαι, to be changed, replaced
ἀντιμετα-τίθεμαι,
- to be changed, replaced, J. AJ 16.7.6, cf. Numen. ap. Eus. PE 14.5.
cambiar a su vez
ἀντιμεταθείσης τῆς ἐγγύης
μετατίθεταί τε καὶ ἀντιμετατίθεται οὐδαμῶς