ἀντιμεταληπτέον
ἀντιμεταληπτέον, one must use instead, substitute
ἀντιμετα-ληπτέον,
- one must use instead, substitute, λέξεις ἀντὶ λέξεων Phld. Rh. 1.159 S.
hay que sustituir
λέξεις ἀντὶ λεξέων