ἀντιμεταλλακτέον
ἀντιμεταλλακτέον, one must substitute
ἀντιμεταλλακτέον,
- one must substitute, Thphr. Metaph. 16 codd.
hay que substituir
τὴν ἐνέργειαν ἀ. ὡς προτέραν καὶ τιμιωτέραν