ἀντιποιμαίνω
hacer de pastor rival fig.
πῶς ... εἰς ἓν ἀγάγω τοὺς ἀντικαθεζομένους τούτους καὶ ἀντιποιμαίνοντας ...;
ἀντι·ποιμαίνω, être pasteur (ou évêque) en rivalité avec un autre, Naz. 1, 523.
hacer de pastor rival fig.
πῶς ... εἰς ἓν ἀγάγω τοὺς ἀντικαθεζομένους τούτους καὶ ἀντιποιμαίνοντας ...;