ἀντιπόλεμος
contrincante, enemigo
εἴρετο ὁ Δαρεῖος τῶν ἀντιπολέμων τὸν θόρυβον
ἀντι·πόλεμος, ος, ον, c. le préc. Hdt. 4, 134, 140.
ἀντιπόλεμος, gew. Form für ἀντιπολέμιος, Her. 8.68 u. sonst.
contrincante, enemigo
εἴρετο ὁ Δαρεῖος τῶν ἀντιπολέμων τὸν θόρυβον